Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Verano porteno


Το Καλοκαίρι Απο τη σουίτα 4 εποχές του Μπουένος Άιρες του ανθρώπου που τόλμησε να αλλάξει το τάνγκο βάζοντας του μέσα τζάζ στοιχεία Astor piazzolla.Γεννηθηκε στην Αργεντινή το 1921 απο γονείς μετανάστες απο την Ιταλία,μεγάλωσε στην Αμερική όπου ξεκίνησε να παίζει μπαντονεον(πρόγονος του ακορντεόν). Επέστρεψε στην Αργεντινή το 1937, όπου το παραδοσιακό τάγκο βασίλευε ακόμη, και έπαιξε σε νυχτερινά κέντρα με διάφορες άσημες μπάντες. Ο πιανίστας Αρθουρ Ρουμπινστάιν (Arthur Rubinstein), ο οποίος τότε ζούσε στο Μπουένος Άιρες, τον συμβούλεψε να μαθητεύσει κοντά στον Αργεντινό συνθέτη Αλμπέρτο Χιναστέρα (Alberto Ginastera). Ερχόμενος σε τριβή με παρτιτούρες του Στραβίνσκι του Ραβέλ, του Μπάρτοκ, και άλλων, παράτησε προσωρινά το τανγκό και καταπιάστηκε με τη σύνθεση της σύγχρονης κλασικής μουσικής.
Με την παρότρυνση του Χιναστέρα, το 1953 ο Πιατσόλα συμμετείχε σε διαγωνισμό σύνθεσης με τη "Συμφωνία του Μπουένος Άιρες" και κέρδισε υποτροφία από τη γαλλική κυβέρνηση για να μαθητεύσει στο Παρίσι κοντά στη Γαλλίδα συνθέτρια και μαέστρο Νάντια Μπουλανζέ (Nadia Boulanger). Η διορατική Μπουλανζέ άλλαξε τη ζωή του σε μια μέρα, όπως διηγείται ο ίδιος ο Πιατσόλα:
Όταν τη συνάντησα της έδειξα συμφωνίες και σονάτες μου με το κιλό. Άρχισε να τις διαβάζει και ξαφνικά είπε το εξής φρικτό: ‘Είναι πολύ καλογραμμένα.’ Και σταμάτησε, βάζοντας μια μεγάλη τελεία, τεράστια σαν μπάλα ποδοσφαίρου. Μετά από λίγο είπε: “Εδώ είσαι σαν τον Στραβίνσκι, σαν τον Μπάρτοκ, σαν τον Ραβέλ, αλλά ξέρεις τι; Δεν βρίσκω τον Πιατσόλα εδώ πέρα.” Κι άρχισε να διερευνά την προσωπική μου ζωή: τι έκανα, τι έπαιζα και τι δεν έπαιζα, αν ήμουν εργένης ή με κάποιον, ήταν σαν πράκτορας του FBI! Και της είπα με ντροπή ότι ήμουν μουσικός του τάγκο. Στο τέλος της είπα, “Παίζω σε ‘νυχτερινό κέντρο.’” Δεν ήθελα να πω “καμπαρέ.” Κι εκείνη απάντησε, “Νυχτερινό κέντρο, ναι, δηλαδή καμπαρέ, δεν είναι;” “Ναι,” απάντησα, και σκέφτηκα, “Θα τη χτυπήσω αυτή τη γυναίκα μ' ένα ραδιόφωνο στο κεφάλι...” Δεν ήταν εύκολο να της πει ψέματα κάποιος.
Συνέχισε να ρωτάει: “Λες ότι δεν είσαι πιανίστας. Τι όργανο παίζεις τότε;” Και δεν ήθελα να της πω ότι έπαιζα μπαντονεόν γιατί σκέφτηκα ότι “Θα με ρίξει κάτω από τον τέταρτο όροφο.” Τελικά ομολόγησα και μου ζήτησε να της παίξω λίγα μέτρα από κάποιο δικό μου τανγκό. Άνοιξε ξαφνικά τα μάτια, μου άρπαξε το χέρι και είπε: “Βρε χαζέ, αυτός είναι ο Πιατσόλα!” Υστερα πήρα όλη τη μουσική που είχα συνθέσει, δέκα χρόνια της ζωής μου, και την έστειλα στον διάολο μέσα σε δύο δευτερόλεπτα.
Ο Πιατσόλα γύρισε από τη Νέα Υόρκη στην Αργεντινή το 1955, σχημάτισε το Οκτέτο Μπουένος Αιρες για να παίζει τάγκο, και δεν κοίταξε ποτέ ξανά πίσω.
Εισάγοντας τη νέα του προσέγγιση στο τάγκο (nuevo tango), έγινε αμφιλεγόμενη προσωπικότητα στη χώρα, τόσο μουσικά όσο και πολιτικά. Το αργεντίνικο ρητό "στην Αργεντινή όλα μπορούν να αλλάξουν — εκτός από το τάγκο" δείχνει λίγο την αντίσταση που συνάντησε ο Πιατσόλα στην πατρίδα του. Όμως η μουσική του έτυχε αποδοχής στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, και τις διασκευές του του τάγκο υποδέχθηκαν με χαρά κάποια φιλελεύθερα τμήματα της αργεντινής κοινωνίας, τα οποία προωθούσαν πολιτικές αλλαγές παράλληλα με τη μουσική του επανάσταση.
Κατά τη διάρκεια της δικτακτορίας του αργεντινού στρατού από το 1976 μέχρι το 1983, ο Πιατσόλα έζησε στην Ιταλία, αλλά επέστρεψε αρκετές φορές στην Αργεντινή, ηχογράφησε εκεί, και τουλάχιστον σε μία περίπτωση γευμάτισε με τον δικτάτορα Χορχε Ραφαέλ Βιδέλα. Όμως η σχέση του με τον δικτάτορα πρέπει να ήταν όχι και τόσο φιλική, όπως περιγράφεται στο βιβλίο Astor Piazzolla, A manera de Memorias:
Το nuevo tango του Πιατσόλα ξεχώριζε από το παραδοσιακό τάγκο λόγω της ενσωμάτωσης στοιχείων τζαζ, της χρήσης περίπλοκων συγχορδιών και διαφωνιών, της χρήσης αντίστιξης, και των μακρών συνθετικών μορφών. Ο Πιατσόλα εισήγαγε επίσης μουσικά όργανα που δεν χρησιμοποιούνταν στο παραδοσιακό τανγκό, όπως το φλάουτο, το σαξόφωνο, την ηλεκτρική κιθάρα, ηλεκτρονικά όργανα, το βιμπράφωνο, και ντραμς.
Ο Πιατσόλα έπαιξε με διάφορα σχήματα: με την Ορχήστρα (1946), το "Οκτέτο Μπουένος Άιρες" (1955), το "Πρώτο Κιντέτο" (1960), το "Νονέτο" (1971), το "Δεύτερο Κιντέτο" (1978) και το "Σεστέτο" (1989). Εκτός από τις πρωτότυπες συνθέσεις και διασκευές που παρείχε, ήταν ο μαέστρος και μπαντονεονίστας σε όλα τα σχήματα. Ηχογράφησε επίσης τον δίσκο Summit με τον βαρύτονο σαξοφωνίστα Τζέρι Μάλιγκαν. Ανάμεσα στις πάμπολλες συνθέσεις του περιλαμβάνονται ορχηστρικά έργα όπως το "Concierto para Bandoneón, Orquesta, Cuerdas y Percusión", το "Doble-Concierto para Bandoneón y Guitarra", το "Tres Tangos Sinfónicos" και το "Concierto de Nácar para 9 Tanguistas y Orquesta", κομμάτια για σόλο κλασική κιθάρα -- τα "Cinco Piezas", καθώς και μουσική για τραγούδια τα οποία είναι ακόμη πολύ γνωστά στη χώρα του, όπως το "Balada para un loco" (Μπαλάντα για έναν τρελό) και το "Adiós Nonino" (αφιερωμένο στον πατέρα του) το οποίο ηχογράφησε πολλές φορές με διάφορους μουσικούς και διάφορα σχήματα. Οι βιογράφοι υπολογίζουν ότι ο Πιατσόλα συνέθεσε γύρω στις 3.000 κομμάτια από τα οποία ηχογράφησε περίπου τα 500.Η διασκευή του έργου αυτού για κιθάρα έγινε απο το Βραζιλιάνο συνθέτη και κιθαριστή Sergio Assad
Δημοσίευση σχολίου